Σάββατο 4 Ιουλίου 2015


Από την απαρχή του κόσμου, ο φόνος είναι από τις πιο αξιόποινες πράξεις. Τα δικαστήρια,  αξιοποιώντας τις διατάξεις του ποινικού κώδικα, επιβάλλουν στους δολοφόνους  αρκετά χρόνια φυλάκιση ακόμη και ισόβια κάθειρξη. Ωστόσο, για ένα αξιόλογο ποσοστό δολοφονιών,  οι δράστες είναι παράλογα όντα, που πραγματοποίησαν μια απερίσκεπτη και δίχως λογική  πράξη, η οποία είναι αποτέλεσμα ψυχικής διαταραχής. Μερικά συμπτώματα της διαταραχής αυτής, είναι παράλογες σκέψεις, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, οι οποίες αποτελούν, συχνά αιτία εγκλήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα, οι ψυχικά διαταραγμένοι απαλλάσσονται  από την ευθύνη του εγκλήματος, με πρόσχημα την ψυχική τους διαταραχή. Τα άτομα αυτά αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία και η δικαστική απόφαση επιβάλει τον εγκλεισμό τους σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Οι σύγχρονες όμως θεωρίες, ισχυρίζονται, ότι η παράνοια έχει τη δική της λογική, γεννώντας πολλές αμφιβολίες για την αξιοπιστία των δικαστικών αποφάσεων.










































Ο άνθρωπος δε χρειάζεται πάντα κάγκελα στο κλουβί του.
Οι ιδέες είναι δυνατόν να  είναι και αυτές κλουβιά.
(Laing, R)


































ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΦΟΝΟΥ



Θυμήσου, πως η πορεία της ζωής είναι μικρή. Θυμήσου, πάντα να καταδικάζεις και αυτή η αδόξαστη επιθυμία για καταδίκη, να στρέφεται στους απερίσκεπτους.





















































ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

5 Ιουνίου 2014

Ο Χρήστος, αισθανόταν το κεφάλι του έτοιμο να εκραγεί. Τα γαλανά μάτια του, είχαν διασταλεί από τον έντονο πονοκέφαλο. Βιαστικά, τοποθέτησε την κάρτα, στη σχισμή της συσκευής παρακολούθησης εισόδου-εξόδου και βγήκε στην  ασυνήθιστη για τον Ιούνιο, παγωμένη νυχτερινή ατμόσφαιρα. Είχε ξεχάσει να πάρει την εποχιακή ζακέτα, από το σπίτι και το εκτεθειμένο στον ψυχρό αέρα, δέρμα των χεριών του ζάρωσε.  Το προαύλιο του σχολείου, στο οποίο συστεγαζόταν η βιβλιοθήκη, ήταν ερημικό. Ευτυχώς δούλευε στο απογευματινό ωράριο και δεν άκουγε τις ενοχλητικές φωνές των μαθητών, καθώς έπαιζαν κυνηγητό.
            Το σπίτι του ήταν ακριβώς απέναντι από τη βιβλιοθήκη. Είχε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Αρκαδίου 30, προκειμένου να μην ξοδεύει χρόνο και χρήματα στα μέσα μεταφοράς. Αυτό τουλάχιστον έλεγε σε όσους τον ρωτούσαν, επειδή κανένας δεν θα καταλάβαινε την  ανάγκη του για ανεξαρτησία∙ το πατρικό ήταν μία στεγαστική λύση, που δεν την άντεχε πια.  Στάθηκε στο πεζοδρόμιο, έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να διώξει από το μυαλό του, τον εκνευριστικό και διαπεραστικό ήχο αναγνώρισης της κάρτας. Ο ήχος επιβεβαίωσης εξόδου, γλιστρούσε σαν σβόλος ανάμεσα στους λοβούς του εγκεφάλου του.
            Τους τελευταίους περίπου 2 μήνες, τον εκνεύριζαν τα πάντα στην δουλειά του. Είχαν περάσει 10 χρόνια από την πρόσληψη του και ποτέ δεν θυμόταν τον εαυτό να έχει μισήσει κάτι τόσο πολύ. Στα 31 του χρόνια, σιχαινόταν την γκριζαρισμένη είσοδο, εκνευριζόταν με το σχήμα των βιβλίων, τον ήχο των δακτύλων του επάνω στο πληκτρολόγιο, τους πελάτες με τις παράλογες απαιτήσεις τους. Αποκλείεται να άντεχε ως τη σύνταξη. Λίγο πριν το κλείσιμο της βιβλιοθήκης, μια ηλικιωμένη κυρία αναζητούσε ένα βιβλίο με κατασκευές από πλαστελίνη. Της το εντόπισε, πίσω από ένα μισοξεβιδωμένο ράφι (<<ηλίθιο ράφι!>>) και της το έδωσε, καληνυχτίζοντας τη με την γνώριμη ήπια φωνή του (<<για σένα και τα μαλακισμένα τα εγγόνια σου>>).
            Κάθε βράδυ, που έφευγε από τη δουλειά, υποσχόταν στον εαυτό του, ότι δε θα επέστρεφε την επόμενη ημέρα. Τελικά, όμως καταδικαζόταν από την ρουτίνα και από την πανέμορφη κοπέλα του. Μετά το μεσημεριανό ύπνο, η Λίζα, τον ξυπνούσε, τον φιλούσε στη μύτη, σαν να ήταν το αρκουδάκι της και τον πίεζε να πάει στη δουλειά. Μπορούσε ακόμη και τώρα να ακούσει τα βουβά της χείλη, καθώς του έβαζε με το ζόρι στο στόμα, καυτό κρουασάν με μερέντα:  <<Θέλω τα λεφτά, χρειάζομαι τα λεφτά>>.  Η Λίζα λάτρευε τα λεφτά, αρκεί να της τα έφερναν άλλοι. Είχε αρχίσει να πιστεύει, πως η συγκατοίκηση τους τον τελευταίο μήνα, ήταν λάθος επιλογή. Το μόνο καλό στην υπόθεση αυτή, ήταν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να ξεχνά τα κλειδιά του.
            Πέρασε τον ερημικό δρόμο, τράβηξε τη συρόμενη πόρτα  και μπήκε στην αυλή του σπιτιού του. Το μανίκι της κίτρινης, κοντομάνικης μπλούζας, μπλέχτηκε στον καθρέφτη ενός μπλε αυτοκινήτου, παρκαρισμένου πλάγια της συρόμενης πόρτας   Το καλοκαίρι που έφευγαν οι υπόλοιποι ένοικοι για διακοπές, δεν υπήρχε κανένα αυτοκίνητο στο τσιμέντινο επίστρωμα. Έτσι, κατέβαζε την αναπαυτική πολυθρόνα του στην είσοδο και διάβαζε την εφημερίδα του, αδιαφορώντας για τα βλέμματα των περαστικών.
            Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε να του ανοίξει η Λίζα. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα έβρισκε μια δικαιολογία για να μην το κάνει: Δοκίμαζε καινούργια χτενίσματα, διάβαζε το αγαπημένο της cosmopolitan, έκανε μπάνιο, έφτιαχνε την διαιτητική φρουτοσαλάτα της και χίλιες δυο άλλες εκνευριστικές δικαιολογίες. Η απάντηση ήταν απλή. Δεν της άρεσε να ανοίγει τα κουδούνια.
            Σήμερα όμως έπρεπε να το κάνει. Ήθελε να το κάνει.
            Περίμενε υπομονετικά στην πόρτα, χτυπώντας το τακούνι του δερμάτινου παπουτσιού του στο τσιμέντο.
            Δεν θα του άνοιγε. Δεν νοιαζόταν για εκείνον όσο το περίμενε.
            Ο σβόλος τρεμόπαιξε για λίγο στον εγκέφαλο του.
            Έβγαλε από την τσέπη του τα κλειδιά και άνοιξε την πόρτα. Φοβόταν τα ασανσέρ  από πολύ μικρός και έτσι ανέβηκε με τα πόδια ως τον 1ο όροφο.
            Τοποθέτησε το αυτί του, στην ξύλινη επιφάνεια της πόρτας και άκουσε δυνατή ροκ μουσική από το διαμέρισμα.
            Εκείνος δεν άκουγε ροκ μουσική. Δεν έτρωγε φρουτοσαλάτες. Δεν σπαταλούσε τα λεφτά του.
            Η πόρτα υποχώρησε αθόρυβα. Οι σύγχρονες πόρτες ασφαλείας ήταν αθόρυβες και έτσι μπορούσε να μπαίνει στο σπίτι χωρίς να τον καταλαβαίνει η Λίζα. Συχνά, κρυβόταν στη ντουλάπα του δωματίου τους και μόλις έμπαινε μέσα, άνοιγε απότομα το φύλλο και έπεφτε πάνω της. Απολάμβανε τον τρόμο της και το ξέφρενο ξεκαρδιστικό γέλιο της μετά. Του άρεσε να την εκπλήσσει και ας τον κατηγορούσε εκείνη πως φέρεται σαν παιδάκι.
            Ήταν στην κουζίνα, με στραμμένο το πρόσωπο της στο παράθυρο. Τα καστανόξανθα μαλλιά της, ήταν πιασμένα αλογοουρά. Σιγοτραγουδούσε και έριχνε στο μίξερ, τα φρέσκα, τεμαχισμένα σε μπουκίτσες, φρούτα.
            Πολύ ρεύμα. Πολύ ενέργεια. Μικρό σπίτι για δύο.
Προχώρησε προς  το μέρος της. Δεν τον είχε αντιληφθεί. Πάντα τον αντιμετώπιζε σαν φάντασμα.
            Έβαλε τον κοχλία του μίξερ σε λειτουργία και τα φρούτα άρχισαν να αναδεύονται στο εσωτερικό του σκεύους. Ο ήχος του, κάλυπτε τώρα την δυνατή μουσική.
            Κούνησε ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω. Ο σβόλος χτύπησε με δύναμη το μέτωπο του και αισθάνθηκε ζαλάδα.
            Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, ήταν το πριονωτό μαχαίρι του ψωμιού. Η λαβή του ήταν ξύλινη , κατασκευασμένη με τρόπο, που να μην νιώθεις στα χέρια, την πίεση του ψωμιού, καθώς κόβεται σε φέτες. Το πήρε στα χέρια του και έσφιξε τη λαβή ανάμεσα στις χούφτες του.
            Ήταν πολύ κοντά της. Μπορούσε να νιώσει την ανάσα του, επάνω στο κορμί της.
Συνήθως ένιωθαν τα ίδια πράγματα και έτσι γύρισε απότομα προς το μέρος του.
            Αντίκρισε  στο πρόσωπο της, τη λαχτάρα για τα φρέσκα, κομματιασμένα φρούτα. Τα σκούρα καστανά μάτια της, έλαμπαν. Τα κόκκινα χείλη της γλιστρούσαν, από φλούδες αφυδατωμένης μπανάνας. Πάντα έτρωγε λίγο από τα φρούτα, πριν τα ρίξει στο μίξερ.
            -Εντάξει! Αιφνιδιάστηκα! Καλό, καλό το κολπάκι σου!
            Το μείγμα ήταν έτοιμο. Γύρισε στο πλάι για να κλείσει το μίξερ. Ο σβόλος κοπανούσε τα τοιχώματα του κεφαλιού του. Αισθάνθηκε τον εγκέφαλο του να σπάει σε μικροσκοπικά κομματάκια. Δεν μπορούσε να ελέγξει τα χέρια του. Το βάρος του μαχαιριού, λύγισε απότομα τους αγκώνες του και το μαχαίρι καρφώθηκε άτσαλα στο πλευρό της Λίζας, η οποία  έβγαλε μια άναρθρη κραυγή πόνου. Γύρισε απότομα προς το μέρος του και την άκουσε να τον βρίζει (<< Μαλάκα, ε μαλάκα>>>>). Πάντα άκουγε πράγματα που δεν του έλεγαν ποτέ. Η κοπέλα, απλώς σφάδαζε από τον πόνο.
            -Ρε, μαλάκα, την άκουσε να λέει, καθώς το κασετόφωνο στρίγκλιζε  και έπιασε τον ματωμένο ώμο με το δεξί χέρι της. Με το αριστερό της χέρι, ακουμπούσε το μίξερ.
            Έπρεπε να τη βοηθήσει. Από μικρός είχε μάθει να βοηθά όσους πονούν.
            Το ματωμένο μαχαίρι, χάραξε, την σπονδυλική της στήλη και εκείνη γονάτισε στο πάτωμα, παρασέρνοντας το μίξερ επάνω στο χαλί. Το σκεύος άνοιξε και ο φρουτοπολτός χύθηκε επάνω στο κόκκινο χαλί. Ο Χρήστος έσκυψε και της έπιασε το κεφάλι. Πήγε πάλι να τον βρίσει, όμως δεν μπορούσε να το επιτρέψει δεύτερη φορά. Το μαχαίρι γλιστρούσε και έτσι το άφησε να πέσει επάνω στον λευκό, ρυτιδωμένο από το φόβο  λαιμό της. Το αίμα, λίμνασε στο χαλί. Το κεφάλι της λύγισε στο πλάι και έπεσε στο πάτωμα, παρασέρνοντας και το υπόλοιπο κορμί της. Τα  μαλλιά της, ρούφησαν λιωμένο φρούτο.
            Η όραση του ήταν θολωμένη. Είδε τον σβόλο, να πέφτει από το κεφάλι του και να κυλά στο πάτωμα. Τον ακολούθησε, μέχρι που μπήκε κάτω από κάποιο έπιπλο και τον έχασε από τα μάτια του.
            Ο πονοκέφαλος είχε περάσει και ένιωσε τα χέρια του να συσπώνται. Στο ψυγείο, ήταν κολλημένα αυτοκόλλητα χαρτάκια σημειώσεων. Πήρε το στυλό, που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, κοίταξε το αίμα γύρω από το κεφάλι της Λίζας και έγραψε επάνω στο χαρτάκι.
Τα φαντάσματα σε αιφνιδιάζουν ή σε εκπλήσσουν;














ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014


            Ο Χρήστος, πήγε στο δωμάτιο του με τα χέρια του να στάζουν αίμα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και άνοιξε το λάπτοπ, αφήνοντας μικρά κόκκινα σημάδια στην επιφάνεια του. Κοίταξε προς το ταβάνι, στην εσοχή ανάμεσα στην ντουλάπα και την πόρτα και διέκρινε τη μικροσκοπική, σε σχήμα ακουστικού κινητού, κάμερα.
            Αναζήτησε την επιλογή Bluetooth και στη συνέχεια συνέδεσε μέσω της εφαρμογής τον υπολογιστή με την κάμερα. Ένα παράθυρο, άνοιξε και ένα πλήθος αρχείων κατέκλυσε την οθόνη. Η ημερομηνία του πρώτου αρχείου ήταν στις 5 Μαΐου 2014. Ακριβώς ένα μήνα πριν. Αναζήτησε το τελευταίο. Συνδέθηκε στο you tube, πάτησε μεταφόρτωση και περίμενε έως ότου να λάβει το επιβεβαιωτικό μήνυμα, για την επιτυχία της φόρτωσης.
            Μόλις φορτώθηκε το βίντεο του ζήτησε να συμπληρώσει τον τίτλο με τον οποίο επιθυμούσε να εμφανίζεται στον ιστότοπο. Εκείνη τη στιγμή ήταν πού ευτυχισμένος. Η ζωή του είχε πάει ένα βήμα παραπέρα. Πληκτρολόγησε στο πεδίο τη λέξη eytyxismenos και πάτησε ok.
            Η ευτυχία πρέπει να μοιράζεται. Και ήξερε με ποιόν ήθελε να τη μοιραστεί.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι, αφήνοντας το laptop ανοιχτό. Διέσχισε το διάδρομο και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα του σπιτιού. Έριξε μια τελευταία ματιά στην κουζίνα. Η Λίζα ήταν ακόμη εκεί. Για μια στιγμή του φάνηκε πως ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Όμως δεν είχε χρόνο για καθυστέρηση. Η ευτυχία δεν μπορεί να περιμένει.
Κατέβη τρέχοντας τα σκαλιά, αφήνοντας κόκκινες πατημασιές, στο πέρασμα του. Μόλις βγήκε στο δρόμο, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

           




































ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3


5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

Ο Χρήστος, φρέναρε απότομα, μπροστά από τα σκαλιά που οδηγούσαν στην πλατεία της Ζωοδόχου Πηγής στην Δάφνη. Βγήκε από το αυτοκίνητο, αφήνοντας κόκκινα στίγματα στην πόρτα του οδηγού. Το φως της πανσέληνου, πρόβαλε στο πεζοδρόμιο, τη σκιά των ματωμένων χεριών του.
            Στον δρόμο επικρατούσε νεκρική ησυχία. Το δροσερό νυχτερινό αεράκι, θρόιζε τα φύλλα των πανύψηλων πεύκων που περικύκλωναν την πλατεία. Ανέβηκε τα σκαλιά, με σταθερό βηματισμό και η μορφή του Χρήστου χάθηκε στο σκοτάδι. Τα σκαλοπάτια, είχαν σκαλιστεί, ανάμεσα στα δέντρα, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ενός λόφου, μέσα στην πόλη της Δάφνης. Παρόλο, που πορευόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, δεν στραβοπάτησε ούτε μια στιγμή. Είχε βρεθεί πολλές φορές εκεί, με τον ήλιο να λάμπει και είχε ενθουσιαστεί με την πράσινη όαση, που αν και παράταιρη ανάμεσα στις πολυκατοικίες, ήταν τόσο γοητευτική. Αν και δεν έβλεπε τίποτα, ήξερε πως περνούσε δίπλα από μια πηγή με τρεχούμενο νερό και από ένα μαρμάρινο τραπέζι, με παγκάκια ολόγυρα του.
            Τις προηγούμενες φορές που είχε βρεθεί εκεί, βάδιζε με ενθουσιασμό και προσμονή. Η αδελφή του, είχε παντρευτεί και έτσι είχε μετακομίσει από το πατρικό τους σπίτι στου Ζωγράφου στην Δάφνη. Στην αρχή, είχε απογοητευτεί που πλέον δεν θα ζούσαν όλοι μαζί σαν οικογένεια, αλλά βλέποντας την πράσινη βλάστηση είχε καταλάβει γιατί στην αδελφή του άρεσε τόσο πολύ η Δάφνη. Η Ζωγράφου, ήταν μια πολύβουη περιοχή και τα αυτοκίνητα, διέρχονταν επί 24ώρου βάσεως, στον δρόμο έξω από το πατρικό σπίτι τους. Όσες φορές όμως και αν είχε πάει εκεί για να την συναντήσει δεν του άνοιγε ποτέ κανείς. Προφανώς δεν ήταν κανένας την ημέρα στο σπίτι.
            Η αλλαγή της ώρας της επίσκεψης, είχε προκύψει ξαφνικά. Λένε πως τους ανθρώπους, τους συναντάς , όποτε βολεύονται και όποτε μπορούν να ανεχτούν τα λόγια και τα συναισθήματα σου. Ίσως για την οικογένεια της Σωτηρίας, το βράδυ, να ήταν η ιδανικότερη ώρα για επισκέψεις. Σίγουρα, τώρα θα ήταν ευπρόσδεκτος, αφού το κίνητρο για να τους δει δεν ήταν ο ενθουσιασμός, αλλά η οργή και η αγανάκτηση. Η  υπομονή…αυτή τη λέξη την δοκίμαζε για χρόνια, μα τελικά δεν άνοιγε πόρτες, όπως τον συμβούλευαν. Και τις πόρτες που δεν ανοίγουν τις σπας.
            Ανέβηκε και το τελευταίο σκαλοπάτι και βρέθηκε στην πλατεία. Το μοναδικό φως προερχόταν από την Εκκλησία της Ζωοδόχου πηγής, πίσω από μια μαύρη, δίφυλλη πόρτα. Το φως του φεγγαριού, αφανιζόταν στα πυκνά φυλλώματα και έτσι μόνο ο αμυδρός φωτισμός της εκκλησίας, έδινε την απτή αίσθηση του μαρμάρινου πλακόστρωτου.
            Η οργή καθόριζε τα βήματα εκείνη τη νύχτα. Τις προηγούμενες φορές, που ήταν ήρεμος, επέτρεπε στο βλέμμα του να χαθεί στις πυκνές φυλλωσιές, μα τώρα η οργή είχε σαφή στόχο· δεν πλανιόταν στην αβέβαιη ανεμελιά. Τα αποφασιστικά βήματα του αντήχησαν στην άδεια πλατεία, καθώς κατευθυνόταν προς τη σκάλα, που οδηγούσε στο πεζοδρόμιο. Θα μπορούσε να βρισκόταν στο σπίτι της αδελφής του, κάνοντας τον γύρο του λόφου, μα πάντα του άρεσαν τα σκαμπανεβάσματα. Πάνω και κάτω. Σκαλιά που οδηγούσαν πάνω και σκαλιά που οδηγούσαν κάτω.
            Η κατηφορική σκάλα τον οδήγησε και πάλι στην θέα των πολυκατοικιών. Το σπίτι της αδελφής του, ήταν ακριβώς απέναντι. Και πόσο χάρηκε που τελικά είχε δίκιο. Το φως στο παράθυρο της κουζίνας στο σπίτι της αδελφής του, ήταν ανοιχτό. Επιτέλους, θα την έβλεπε. Πάτησε το πόδι του στο πεζοδρόμιο και διέσχισε τρέχοντας το δρόμο. Με τα αιματοβαμμένα χέρια του, έπιασε τα κάγκελα του μπαλκονιού, στο ισόγειο διαμέρισμα. Στη συνέχεια, δίνοντας ώθηση στα πόδια του, πήδηξε στο μπαλκόνι.
            Το φως παρέμενε ανοιχτό.
            Πως δεν είχε καταλάβει τόσα χρόνια ότι η αδελφή του λάτρευε το σκοτάδι;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου