Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Ο Θανάσης, κοιτούσε με αγωνιώδη περιέργεια, τις σκιές να κινούνται πίσω από το λευκό παραβάν. Τα υπόλοιπα παιδιά, στην πλατεία Βαρνάβα, κάθονταν οκλαδόν στο πάτωμα και κοιτούσαν με έκσταση τις φιγούρες, εστιάζοντας στην δράση και γελώντας με τις ατάκες των φωνών, που ακούγονταν πίσω από το παραβάν. Πολλές φορές, τα  δυνατά γέλια των παιδιών, διέκοπταν την ομαλή ροή της παράστασης και οι καραγκιοζοπαίχτες, περίμεναν, έως ότου επικρατήσει ησυχία στην πλατεία.
            Ο Θανάσης, εκνευριζόταν με όλη αυτή την φασαρία, στην πλατεία. Μπορεί να είχε αναλάβει την υποχρέωση, σαν παιδί της Τετάρτης δημοτικού πλέον, να προσέχει την κατά δύο χρόνια μικρότερη αδελφή του, όμως η παράσταση τον άφηνε απελπιστικά, αδιάφορο.
            Είχε περάσει μόλις μισή ώρα, από την στιγμή, που έφτασαν στην πλατεία με την αδελφή του και το μυαλό του, βρισκόταν ακόμη στην σχολική τάξη και στα λόγια της δασκάλας. Το πρωί, η δασκάλα είχε δώσει τους ελέγχους στους συμμαθητές του και προτού αποχωρήσουν από την αίθουσα και τους ευχηθεί καλό καλοκαίρι, είχε εκφράσει έναν λόγο, που χαρακτηριζόταν από έντονη σοφία ζωής.
            Η ζωή μας είναι ένας αριθμός ημερών. Ημέρες που είναι όμορφες και δυσάρεστες, γιορτινές και λυπητερές. Οι άνθρωποι, μέχρι και το θάνατο τους, ελπίζουν για το καλύτερο, αντιμετωπίζοντας συχνά το χειρότερο. Πάντα όμως, υπάρχει μέσα τους μια δύναμη που τους κάνει να αντέχουν. Μία δύναμη, που τους κάνει να πιστεύουν πως η ζωή δεν τελειώνει και πως πάντα θα υπάρχει ελπίδα. Η δύναμη αυτή είναι καλό να υπάρχει, όμως πολλές φορές οι άνθρωποι νιώθουν τόσο δύναμη, που νομίζουν ότι είναι αθάνατοι και αλώβητοι, παρά τα όσα συμβαίνουν κάθε μέρα. Ξεχνούν, πως όσα ζουν, είναι ένας αριθμός ημερών και ότι στο τέλος κάθε ημέρας, κάθε προσωπική κατάκτηση, κάθε λαμπρό επίτευγμα, είναι ακόμη ένα λιθαράκι προς το τέλος, προς το θάνατο. Η αιωνιότητα είναι ένα παιχνίδι, δεν υπάρχει. Ο θάνατος, όσο φρικτός και είναι, υπάρχει, τον βλέπουμε όλοι, παντού, πάντα. Το μόνο αιώνιο είναι η πέτρα. Θα πιστέψετε στο πετρωμένο; Ζήστε λοιπόν την ζωή σας, τώρα που είστε μικροί, γιατί αύριο, τι θα είστε; Ζήστε τις μικρές αυτές, μετρημένες ημέρες και εστιάστε στην ουσία. Όχι σε αυτό που φαίνεται, αλλά σε αυτό που βρίσκετε πίσω από αυτό που φαίνεται, στις σκιές. Αναζητήστε το υλικό τους, από τι είναι φτιαγμένο το σκοτάδι τους, σταματήστε να αναζητάτε τον εαυτό σας στο φθαρτό. Βρείτε φως στην κατάκτηση των σκιών.
            Καλό καλοκαίρι!
            Ο Θανάσης, λάτρευε το σχολείο. Αγαπούσε τη δασκάλα του. Στο τέλος εκείνης της σχολικής ημέρας, οι συμμαθητές του, απορούσαν με την ομιλία της,. που ισορροπούσε μεταξύ σοφίας και άγνοιας. Όσο η δασκάλα του μιλούσε και το βλέμμα της ταξίδευε στο περιεχόμενο των ακατάληπτων λόγων της, εκείνος παρατηρούσε τους συμμαθητές του να γελούν και να σχηματίζουν μορφασμούς κοροϊδίας, με τα χείλη τους. Σχημάτισε και εκείνος, μια κοροϊδευτική γκριμάτσα. Τα λόγια της δασκάλας του, του άρεσαν πάρα πολύ και του προκαλούσαν σκέψεις και προβληματισμούς, για την ύπαρξη του, όμως για κάποιον ανερμήνευτο λόγο, έπρεπε να είναι μέρος της μάζας. Του άρεσε να είναι μέρος της μάζας, επιφανειακά, κατά την επικοινωνία τους με τους άλλους. Οι ενδόμυχες σκέψεις του, όμως περιλάμβαναν κατάκριση και κατακραυγή.
            Τα παιδιά, που παρακολουθούσαν την παράσταση, κάτω από τον νυχτερινό ουρανό της Αθήνας, γελούσαν και θα μπορούσαν να ήταν και συμμαθητές του. Άλλωστε, όλοι παιδιά, είναι σκέφτηκε. Γέλασε και εκείνος, δύο φορές, για να δείξει ότι είναι μέρος του συνόλου. Δεν ήθελε να τον διώξει, ο υπεύθυνος της παράστασης, κατηγορώντας τον για αμέλεια διασκέδασης. Πίσω όμως από τα μετρημένα γέλια, η πραγματικότητα, ήταν άλλη.
            Δεν είχε ακούσει ούτε μια φράση από την παράσταση. Ούτε μια λέξη από εκείνα τα κοροϊδευτικά κακαρίσματα, που προβάλλονταν στο παραβάν σαν λόγια. Μόνο η φράση της δασκάλας του, είχε αποτυπωθεί στο νου του.
            Εστιάστε στην ουσία. Όχι σε αυτό που φαίνεται, αλλά  σε αυτό που βρίσκετε πίσω από τις σκιές.
            Η φράση ήταν αποτυπωμένη στο νου του, ακόμη και την στιγμή, που η αλλόκοτη φωνή του καραγκιοζοπαίχτη, ανακοίνωσε   το διάλειμμα της παράστασης.
            Η αδελφή του συνομιλούσε με κάτι άγνωστα παιδιά και αυτό τον ενόχλησε αρκετά, αλλά προτίμησε να μην μιλήσει. Ακόμη και αν έπρεπε, ακόμη και αν το ήθελε, δεν ήταν απαραίτητο να είναι πάντα μέρος της μάζας. Η ουσία σκέφτηκε, ποια είναι:
            Σηκώθηκε από το ζεστό, από τα χνώτα των παιδικών σωμάτων, πεζοδρόμιο και προσπάθησε να απεγκλωβιστεί, από μερικά  ακόμη αποχαυνωμένα, από τις κινήσεις των μαριονετών, παιδιά. Ανυπομονούσε να πάει πίσω από το παραβάν, για να βρει την ουσία. Να δει ποιος ρύθμιζε τις κινήσεις των σκιωδών  μαριονετών και να ανακαλύψει το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένες .Την στιγμή, που δρασκέλιζε τα πόδια μιας ψηλής, συνομήλικης του κοπέλας, που θα μπορούσε να ήταν και συμμαθήτρια του- δεν ήταν, αλλά είχε μάθει από τη ζωή, πως κάθε εξέλιξη και παρεκτροπή του κόσμου αυτού, θα εστίαζε στο θα μπορούσε- τον πλησίασε ένας κοντός κύριος, με υποτονικά γένια και του έτεινε προς το μέρος του, έναν δίσκο, γεμάτο πλαστικά ποτήρια με αναψυκτικό. Με ένα αμήχανο, αφηρημένο χαμόγελο, διάλεξε μία sprite, επειδή του άρεσε η αίσθηση των φυσαλίδων που σκάνε στο στόμα.
            Η κοπέλα, που ίσως να ήταν και συμμαθήτρια του, αν έκρινε από το επίμονο βλέμμα της, τον κοίταζε ελαφρώς ενοχλημένη, καθώς έπινε αχόρταγα την sprite του και τις πατούσε ελαφρώς τα νύχια των ποδιών. Τέλειωσε γρήγορα το αναψυκτικό του και απομακρύνθηκε, αγνοώντας τις ενοχλητικές, παιδικές διαμαρτυρίες της.
            Η φασαρία, που έκαναν τα παιδιά ήταν ακόμη πιο έντονη τώρα. Προσπαθούσαν να αρπάξουν ποτήρια με αναψυκτικό, ενώ ο σερβιτόρος ύψωνε τον δίσκο με το χέρι του για να μην μπορούν να τον αγγίξουν και του πέσει. Ο Θανάσης, αισθάνθηκε πως θα ζαλιζόταν αν ήταν στην θέση του σερβιτόρου, όμως ο κύριος αυτός, φαινόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση και σιγουριά.
            Εστίασε ξανά το βλέμμα του στο παραβάν. Καθώς κατευθυνόταν προς τα εκεί, τα φώτα έσβησαν, κάτι που σήμαινε αρκετή ακόμα καθυστέρηση και ακουστήκαν διαμαρτυρίες από το κοινό. Ο Θανάσης, χάρηκε για το σκοτάδι, αφού αυτό σήμαινε πως θα είχε περισσότερο χρόνο να συνομιλήσει με τον υπεύθυνο αυτής της παράστασης,
            Πίσω από το παραβάν, σε μία ξύλινη καρέκλα, καθόταν ένας  εβδομηνταπεντάχρονος, ηλικιωμένος άνδρας. Φορούσε μπλε, μακρυμάνικο πουκάμισο, σκούρο παντελόνι, ξεφτισμένο γύρω από τον αστράγαλο και μαύρες σαγιονάρες. Τα πόδια της καρέκλας, έτριξαν δυνατά, μόλις είδε τον Θανάση να εισβάλει στα παρασκήνια. Ο Θανάσης, τρόμαξε βλέποντας στο φως τον προβολέων, που επισκίαζε το φως της πανσέληνου, το γερασμένο, ρυτιδωμένο, σχεδόν θυμωμένο πρόσωπο. Ίσως να είχε ερμηνεύσει, λάθος την ουσία, για την οποία τους είχε μιλήσει η δασκάλα, εκείνο το πρωί.
            Χωρίς να χαιρετήσει τον ηλικιωμένο και με εμφανή ταραχή, ετοιμάστηκε να απομακρυνθεί και να επιστρέψει στην αδελφή του, όταν μια υπερβολικά, ζεστή και οικεία φωνή τον κάλεσε να πλησιάσει. Ο ηλικιωμένος, του έγνεψε με το χέρι να πλησιάσει και παρότρυνε το παιδί, να μην φοβάται. Ο Θανάσης, δεν αντιστάθηκε στην περιέργεια του και ξεπερνώντας τον δισταγμό, πλησίασε κοντά του.
            Ο γέρος, ψαχούλευε, σε έναν αθέατο για τον Θανάση χώρο, πίσω από την καρέκλα και σφύριζε έναν χαρούμενο σκοπό. Όταν τελικά, γύρισε και τον κοίταξε ο Θανάσης, παρατήρησε πως δεν ήταν θυμωμένος, αλλά χαρούμενος. Συχνά νόμιζε πως οι άνθρωποι ήταν θυμωμένοι μαζί του και ήταν αρκετά δύσκολο να ξεπεράσει αυτήν ψευδαίσθηση του νου του.
            -Ακόμη ένα από τα χιλιάδες, περίεργα παιδιά, που θέλουν να αποκαλύψουν τα μυστικά μου στο κοινό!, είπε ο ηλικιωμένος, κλείνοντας του πονηρά το μάτι.
            -Όχι, όχι έσπευσε να διαμαρτυρηθεί, ο Θανάσης. Δεν είμαι μικρός. Ξέρω πως εσείς κινείτε τις μαριονέτες. Και ότι δεν περπατούν μόνες τους!
            - Τότε, γιατί ήρθες εδώ; απάντησε ο ηλικιωμένος, με προσποιητό εκνευρισμό, έτοιμο να ξεσπάσει σε γέλια.
            Ο Θανάσης αποφάσισε να ειλικρινής.
            -Για να ανακαλύψω την ουσία. Την αλήθεια.
            Ο ηλικιωμένος, γούρλωσε ελαφρά τα μάτια. Τα παιδιά σήμερα, είναι πολύ έξυπνα σκέφτηκε. Ήξερε από τα εγγόνια του, πως σύντομα τα παιδιά, θα προτιμούσαν τους υπολογιστές, θα παρατούσαν τις υπαίθριες παραστάσεις του καραγκιόζη. Και αν ήταν τόσο έξυπνα, ίσως και δικαιολογημένα.
            Αυτή εδώ η μαριονέτα, είπε και σήκωσε μια σκονισμένη φιγούρα, ενός από τα παιδιά του Καραγκιόζη, τέλειωσε τις εμφανίσεις της σήμερα και για πάντα. Είναι πολύ μικρή η διαφορά, από το σήμερα και το πάντα, σχολίασε, κοιτώντας κατάματα τον Θανάση. Σήμερα, σταματώ τις παραστάσεις, μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια. Και…,η φωνή του δίστασε προς στιγμήν, σου χαρίζω αυτή εδώ τη μαριονέτα. Όταν μεγαλώσεις, να θυμάσαι πως αυτή στη χάρισε ένας παππούς που έπαιζε με καραγκιόζηδες, είπε και πέταξε την φιγούρα προς το μέρος του.
            Ο Θανάσης, την έπιασε λίγο πριν πέσει κάτω και αισθάνθηκε την μυτερή μύτη του μικρού καραγκιόζη, να του γαργαλάει το δέρμα του χεριού του. Την σήκωσε όρθια, κρατώντας την από μια αιχμηρή, σιδερένια προεξοχή, που κατέληγε στο κεφάλι της φιγούρας. Πέρασε τα δάχτυλα του, γύρω από τον γάντζο και άφησε την φιγούρα να χοροπηδήσει στον αέρα. Αυθόρμητα, άφησε τον εαυτό του να γελάσει, σταμάτησε όμως όταν είδε ένα δάκρυ, να κυλά από τα ρυτιδιασμένα μάτια του καραγκιοζοπαίχτη.
            -Να θυμάσαι, πως η ουσία είναι στην περιπλάνηση. Όχι, στην περιπλάνηση που έκανα τόσα χρόνια εγώ στις πόλεις με τις φιγούρες μου, αλλά στην περιπλάνηση της ζωής. Να ζεις χωρίς δισταγμό σε καθετί και να ζεις, την κάθε ημέρα σαν να είναι τελευταία. Αυτή είναι η αλήθεια. Αυτή η ζωή υποκρίνεται, είναι ένας ρόλος και κάθε μέρα εκπλήσσει εμάς τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι, είμαστε οι  μαριονέτες της ζωής, είμαστε ρόλοι, μέσα σε ένα ρόλο. Να ανταποκριθείς στον ρόλο μου με επιτυχία. Είναι πολύ εύκολο να αποτύχεις, αλλά να μην τον κάνεις. Βασίσου στις δυνάμεις σου και παίξε σωστά. Να δέχεσαι τον εαυτό σου ως ρόλο, να αντιμετωπίσεις τους άλλους ως ρόλους και όπως κάθε κριτικός να τους κρίνεις και να τους κατακρίνεις. Όλους τους ρόλους και τον δικό σου.
            Ο ηλικιωμένος, με αυτά τα λόγια, έστρεψε το βλέμμα του στο παραβάν και το χάιδεψε, δημιουργώντας πτυχές στο λευκό ύφασμα με τα δάχτυλα του. Στη συνέχεια, άναψε το φως και επικράτησε πανικός από παιδικές φωνές.
            Η αγάπη των ανθρώπων για τα είδωλα, ψέλλισε ηλικιωμένος.
            Ο Θανάσης, που κρατούσε ακόμη την μαριονέτα από τον γάντζο, κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει. Η παράσταση, σύντομα θα ξεκινούσε και πάλι. Τον ενδιέφερε να δει τη συνέχεια. Μόλις βγήκε, από το παραβάν, κρατώντας την φιγούρα, τον πλησίασε τρέχοντας η μικρή του αδελφή και άρχισε να ταρακουνάει με λύσσα την μαριονέττα.
            -Που το βρήκες, αυτό το έκλεψες;, άρχισε να φωνάζει, υστερικά.
            Οι άνθρωποι είναι ρόλοι, σκέφτηκε. Και ποια είναι  η ουσία, αν όλοι είμαστε ρόλοι και υποκρινόμαστε;;; Μάλλον δεν υπήρχε ουσία και η αδελφή του, ήταν ένας ακόμη ρόλος. Ο πιο εκνευριστικός ρόλος, που υπήρχε στην ζωή του.
            -Μην την αγγίζεις, της είπε αυστηρά.
            Η μικρή κλαψούρισε λίγο και στη συνέχεια του είπε πως ήθελε να πάει τουαλέτα. Ο Θανάσης, είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Ήταν η τελευταία φορά, που συνόδευε την μικρή του αδελφή σε οποιαδήποτε ανόητη, παιδική γιορτή.
            Εκείνη την στιγμή, πέρασε από μπροστά, ο σερβιτόρος, με τον άδειο πλέον δίσκο του, να τον κρατά στο ύψος του προσώπου του. Ο Θανάσης τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα. Ο σερβιτόρος του χαμογέλασε και είπε στα παιδιά να τον ακολουθήσουν. Ο Θανάσης και η αδελφή του, ακολούθησαν τον σερβιτόρο, ο οποίος φρόντισε για την ασφάλεια τους, ελέγχοντας την κυκλοφορία στον δρόμο. Μόλις μπήκαν στο μαγαζί, ο σερβιτόρος τους υπέδειξε την τουαλέτα και ο Θανάσης, έσπρωξε νευριασμένος την αδελφή του προς τα εκεί. Έριξε μια νευρική ματιά, απέναντι στην πλατεία. Ήθελε να δει το τέλος της  τελευταίας παράστασης, και απόρησε με την ακατανίκητη αυτή παρόρμηση.
            Καθώς περίμενε την αδελφή του να τελειώσει από την τουαλέτα, κοιτούσε τις εσοχές του γαλάζιου τοίχου. Ήταν μια συνήθεια που είχε, όταν βρισκόταν σε μέρη βαρετά. Η αδελφή του γκρίνιαζε με ακατανόητα λόγια  στην τουαλέτα, εκείνος όμως την αγνόησε. Παρατηρούσε επίμονα τον τοίχο και τελικά κατάφερε να εντοπίσει ψηλά στο ταβάνι, μερικά, μικροσκοπικά, μαύρα έντομα. Φύσηξε δυνατά, μα τα έντομα ήταν πολύ ψηλά και δεν αντιλήφθηκαν καν ότι φυσούσε.
            Είχε αρχίσει να βαριέται και το χειρότερο, ήταν ότι δεν θα προλάβαινε την παράσταση. Πήρε την μαριονέτα , την έπιασε από το γάντζο και άρχισε να την κουνά δυνατά, γελώντας, καθώς έβλεπε το είδωλο της στον καθρέφτη. Συνειδητοποίησε, πως τελικά, ήταν υπέροχο το θέατρο σκιών, αρκεί να μην έβλεπες τις σκιές, αλλά τις φιγούρες, τη ζωντάνια των χρωμάτων και της μορφής τους. Αυτή η μανία των ανθρώπων με τους ρόλους και τα είδωλα. Κοιτώντας την φιγούρα στον καθρέφτη, ήξερε μέσα του τι επάγγελμα, ήθελε να κάνει: Καραγκιοζοπαίχτης. Αλλά χωρίς σκιές.
            Η αδελφή του συνέχιζε να γκρινιάζει.
            -Δεν μπορώ να σκουπιστώ.
Ο Θανάσης, αισθάνθηκε να νευριάζει. Δεν μπορούσε άλλο πια να αντέξει, να έχει την ευθύνη της γκρινιάρας αδελφής του. Οι γονείς του, πήγαιναν στις δουλειές τους, ξεκουράζονταν και εκείνος, είχε την ευθύνη να την διαβάζει, να την πηγαίνει σχολείο, να την πηγαίνει στις κούνιες. Δεν άντεχε άλλο. Απελευθέρωσε τα δάχτυλα του από το γάντζο και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
            Το πρόσωπο της αδελφής του, ήταν κοκκινισμένο, από την ακατάπαυτη γκρίνια. Καθόταν μετά βίας, πάνω στο χείλος της λεκάνης, αφού ήταν μικροσκοπική και το κορμί της γλιστρούσε στο εσωτερικό της λεκάνης. Μία δυσωδία, από ούρα και κόπρανα, αναδυόταν στον αέρα.
            Η αδελφή του, προσπάθησε να σηκωθεί για να την σκουπίσει, όμως εκείνος την έσπρωξε πίσω στην θέση της. Εκνευρισμένος, με τα χέρια του να τρέμουν,  έσφιξε την μαριονέτα στα χέρια του και έσφιξε τον γάντζο γύρω από τον λαιμό της αδελφής του, η οποία στρίγκλισε, μα η κραυγή της πνίγηκε, μόλις ο αδελφός της αύξησε την πίεση. Ο λαιμός της πήρε μια εξωτική μοβ απόχρωση, καθώς προσπαθούσε μάταια να ανασάνει από το στόμα. Με μια έκφραση παιδικής απόγνωσης στα μάτια της, μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και ο Θανάσης, απομάκρινε τον γάντζο, από το λαιμό της. Στη συνέχεια, έσπρωξε το άψυχο κορμί της αδελφής του, μέσα στη λεκάνη. Το κεφάλι της, βούτηξε στο κιτρινωπά ούρα, με έναν δυνατό παφλασμό και τα πόδια της έμειναν να αιωρούνται στον αέρα.
            Ο Θανάσης, βγήκε έξω, έκλεισε την πόρτα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στην αδελφή του. Κοίταξε για άλλη μια φορά, το ταβάνι και διέκρινε τα έντομα και πάλι στην ίδια θέση. Φύσηξε δυνατά και του φάνηκε, πως είδε τα φτερά τους να κουνιούνται. Στη συνέχεια, στράφηκε προς τον καθρέφτη και πιάνοντας την μαριονέτα από το γάντζο, την άφησε να χορέψει για λίγο.
            Στην τουαλέτα, επικρατούσε, μια αμήχανη σιωπή. Γιατί αργούσε η αδελφή, του, αναρωτήθηκε; Ανήσυχος, άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και αντίκρισε ένα φρικτό θέαμα. Η αδελφή του, είχε γλιστρήσει μέσα στην λεκάνη και μόνο τα πόδια της εξείχαν στον αέρα. Το μόνο που πρόλαβε να δει πριν  αρχίσει ουρλιάζει, ήταν ένα μοβ σημάδι στον λαιμό της.
            Ήταν πραγματικά σπουδαίο να παίζεις ρόλους. Ακόμη και αν στην αδελφή του, είχε ανατεθεί ο χειρότερος.
            Η μαριονέτα του έπεσε στο πάτωμα, την ώρα που ο σερβιτόρος, έμπαινε πανικόβλητος στην τουαλέτα.


Σάββατο 4 Ιουλίου 2015


Από την απαρχή του κόσμου, ο φόνος είναι από τις πιο αξιόποινες πράξεις. Τα δικαστήρια,  αξιοποιώντας τις διατάξεις του ποινικού κώδικα, επιβάλλουν στους δολοφόνους  αρκετά χρόνια φυλάκιση ακόμη και ισόβια κάθειρξη. Ωστόσο, για ένα αξιόλογο ποσοστό δολοφονιών,  οι δράστες είναι παράλογα όντα, που πραγματοποίησαν μια απερίσκεπτη και δίχως λογική  πράξη, η οποία είναι αποτέλεσμα ψυχικής διαταραχής. Μερικά συμπτώματα της διαταραχής αυτής, είναι παράλογες σκέψεις, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, οι οποίες αποτελούν, συχνά αιτία εγκλήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα, οι ψυχικά διαταραγμένοι απαλλάσσονται  από την ευθύνη του εγκλήματος, με πρόσχημα την ψυχική τους διαταραχή. Τα άτομα αυτά αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία και η δικαστική απόφαση επιβάλει τον εγκλεισμό τους σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Οι σύγχρονες όμως θεωρίες, ισχυρίζονται, ότι η παράνοια έχει τη δική της λογική, γεννώντας πολλές αμφιβολίες για την αξιοπιστία των δικαστικών αποφάσεων.










































Ο άνθρωπος δε χρειάζεται πάντα κάγκελα στο κλουβί του.
Οι ιδέες είναι δυνατόν να  είναι και αυτές κλουβιά.
(Laing, R)


































ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΦΟΝΟΥ



Θυμήσου, πως η πορεία της ζωής είναι μικρή. Θυμήσου, πάντα να καταδικάζεις και αυτή η αδόξαστη επιθυμία για καταδίκη, να στρέφεται στους απερίσκεπτους.





















































ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

5 Ιουνίου 2014

Ο Χρήστος, αισθανόταν το κεφάλι του έτοιμο να εκραγεί. Τα γαλανά μάτια του, είχαν διασταλεί από τον έντονο πονοκέφαλο. Βιαστικά, τοποθέτησε την κάρτα, στη σχισμή της συσκευής παρακολούθησης εισόδου-εξόδου και βγήκε στην  ασυνήθιστη για τον Ιούνιο, παγωμένη νυχτερινή ατμόσφαιρα. Είχε ξεχάσει να πάρει την εποχιακή ζακέτα, από το σπίτι και το εκτεθειμένο στον ψυχρό αέρα, δέρμα των χεριών του ζάρωσε.  Το προαύλιο του σχολείου, στο οποίο συστεγαζόταν η βιβλιοθήκη, ήταν ερημικό. Ευτυχώς δούλευε στο απογευματινό ωράριο και δεν άκουγε τις ενοχλητικές φωνές των μαθητών, καθώς έπαιζαν κυνηγητό.
            Το σπίτι του ήταν ακριβώς απέναντι από τη βιβλιοθήκη. Είχε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Αρκαδίου 30, προκειμένου να μην ξοδεύει χρόνο και χρήματα στα μέσα μεταφοράς. Αυτό τουλάχιστον έλεγε σε όσους τον ρωτούσαν, επειδή κανένας δεν θα καταλάβαινε την  ανάγκη του για ανεξαρτησία∙ το πατρικό ήταν μία στεγαστική λύση, που δεν την άντεχε πια.  Στάθηκε στο πεζοδρόμιο, έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να διώξει από το μυαλό του, τον εκνευριστικό και διαπεραστικό ήχο αναγνώρισης της κάρτας. Ο ήχος επιβεβαίωσης εξόδου, γλιστρούσε σαν σβόλος ανάμεσα στους λοβούς του εγκεφάλου του.
            Τους τελευταίους περίπου 2 μήνες, τον εκνεύριζαν τα πάντα στην δουλειά του. Είχαν περάσει 10 χρόνια από την πρόσληψη του και ποτέ δεν θυμόταν τον εαυτό να έχει μισήσει κάτι τόσο πολύ. Στα 31 του χρόνια, σιχαινόταν την γκριζαρισμένη είσοδο, εκνευριζόταν με το σχήμα των βιβλίων, τον ήχο των δακτύλων του επάνω στο πληκτρολόγιο, τους πελάτες με τις παράλογες απαιτήσεις τους. Αποκλείεται να άντεχε ως τη σύνταξη. Λίγο πριν το κλείσιμο της βιβλιοθήκης, μια ηλικιωμένη κυρία αναζητούσε ένα βιβλίο με κατασκευές από πλαστελίνη. Της το εντόπισε, πίσω από ένα μισοξεβιδωμένο ράφι (<<ηλίθιο ράφι!>>) και της το έδωσε, καληνυχτίζοντας τη με την γνώριμη ήπια φωνή του (<<για σένα και τα μαλακισμένα τα εγγόνια σου>>).
            Κάθε βράδυ, που έφευγε από τη δουλειά, υποσχόταν στον εαυτό του, ότι δε θα επέστρεφε την επόμενη ημέρα. Τελικά, όμως καταδικαζόταν από την ρουτίνα και από την πανέμορφη κοπέλα του. Μετά το μεσημεριανό ύπνο, η Λίζα, τον ξυπνούσε, τον φιλούσε στη μύτη, σαν να ήταν το αρκουδάκι της και τον πίεζε να πάει στη δουλειά. Μπορούσε ακόμη και τώρα να ακούσει τα βουβά της χείλη, καθώς του έβαζε με το ζόρι στο στόμα, καυτό κρουασάν με μερέντα:  <<Θέλω τα λεφτά, χρειάζομαι τα λεφτά>>.  Η Λίζα λάτρευε τα λεφτά, αρκεί να της τα έφερναν άλλοι. Είχε αρχίσει να πιστεύει, πως η συγκατοίκηση τους τον τελευταίο μήνα, ήταν λάθος επιλογή. Το μόνο καλό στην υπόθεση αυτή, ήταν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να ξεχνά τα κλειδιά του.
            Πέρασε τον ερημικό δρόμο, τράβηξε τη συρόμενη πόρτα  και μπήκε στην αυλή του σπιτιού του. Το μανίκι της κίτρινης, κοντομάνικης μπλούζας, μπλέχτηκε στον καθρέφτη ενός μπλε αυτοκινήτου, παρκαρισμένου πλάγια της συρόμενης πόρτας   Το καλοκαίρι που έφευγαν οι υπόλοιποι ένοικοι για διακοπές, δεν υπήρχε κανένα αυτοκίνητο στο τσιμέντινο επίστρωμα. Έτσι, κατέβαζε την αναπαυτική πολυθρόνα του στην είσοδο και διάβαζε την εφημερίδα του, αδιαφορώντας για τα βλέμματα των περαστικών.
            Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε να του ανοίξει η Λίζα. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα έβρισκε μια δικαιολογία για να μην το κάνει: Δοκίμαζε καινούργια χτενίσματα, διάβαζε το αγαπημένο της cosmopolitan, έκανε μπάνιο, έφτιαχνε την διαιτητική φρουτοσαλάτα της και χίλιες δυο άλλες εκνευριστικές δικαιολογίες. Η απάντηση ήταν απλή. Δεν της άρεσε να ανοίγει τα κουδούνια.
            Σήμερα όμως έπρεπε να το κάνει. Ήθελε να το κάνει.
            Περίμενε υπομονετικά στην πόρτα, χτυπώντας το τακούνι του δερμάτινου παπουτσιού του στο τσιμέντο.
            Δεν θα του άνοιγε. Δεν νοιαζόταν για εκείνον όσο το περίμενε.
            Ο σβόλος τρεμόπαιξε για λίγο στον εγκέφαλο του.
            Έβγαλε από την τσέπη του τα κλειδιά και άνοιξε την πόρτα. Φοβόταν τα ασανσέρ  από πολύ μικρός και έτσι ανέβηκε με τα πόδια ως τον 1ο όροφο.
            Τοποθέτησε το αυτί του, στην ξύλινη επιφάνεια της πόρτας και άκουσε δυνατή ροκ μουσική από το διαμέρισμα.
            Εκείνος δεν άκουγε ροκ μουσική. Δεν έτρωγε φρουτοσαλάτες. Δεν σπαταλούσε τα λεφτά του.
            Η πόρτα υποχώρησε αθόρυβα. Οι σύγχρονες πόρτες ασφαλείας ήταν αθόρυβες και έτσι μπορούσε να μπαίνει στο σπίτι χωρίς να τον καταλαβαίνει η Λίζα. Συχνά, κρυβόταν στη ντουλάπα του δωματίου τους και μόλις έμπαινε μέσα, άνοιγε απότομα το φύλλο και έπεφτε πάνω της. Απολάμβανε τον τρόμο της και το ξέφρενο ξεκαρδιστικό γέλιο της μετά. Του άρεσε να την εκπλήσσει και ας τον κατηγορούσε εκείνη πως φέρεται σαν παιδάκι.
            Ήταν στην κουζίνα, με στραμμένο το πρόσωπο της στο παράθυρο. Τα καστανόξανθα μαλλιά της, ήταν πιασμένα αλογοουρά. Σιγοτραγουδούσε και έριχνε στο μίξερ, τα φρέσκα, τεμαχισμένα σε μπουκίτσες, φρούτα.
            Πολύ ρεύμα. Πολύ ενέργεια. Μικρό σπίτι για δύο.
Προχώρησε προς  το μέρος της. Δεν τον είχε αντιληφθεί. Πάντα τον αντιμετώπιζε σαν φάντασμα.
            Έβαλε τον κοχλία του μίξερ σε λειτουργία και τα φρούτα άρχισαν να αναδεύονται στο εσωτερικό του σκεύους. Ο ήχος του, κάλυπτε τώρα την δυνατή μουσική.
            Κούνησε ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω. Ο σβόλος χτύπησε με δύναμη το μέτωπο του και αισθάνθηκε ζαλάδα.
            Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, ήταν το πριονωτό μαχαίρι του ψωμιού. Η λαβή του ήταν ξύλινη , κατασκευασμένη με τρόπο, που να μην νιώθεις στα χέρια, την πίεση του ψωμιού, καθώς κόβεται σε φέτες. Το πήρε στα χέρια του και έσφιξε τη λαβή ανάμεσα στις χούφτες του.
            Ήταν πολύ κοντά της. Μπορούσε να νιώσει την ανάσα του, επάνω στο κορμί της.
Συνήθως ένιωθαν τα ίδια πράγματα και έτσι γύρισε απότομα προς το μέρος του.
            Αντίκρισε  στο πρόσωπο της, τη λαχτάρα για τα φρέσκα, κομματιασμένα φρούτα. Τα σκούρα καστανά μάτια της, έλαμπαν. Τα κόκκινα χείλη της γλιστρούσαν, από φλούδες αφυδατωμένης μπανάνας. Πάντα έτρωγε λίγο από τα φρούτα, πριν τα ρίξει στο μίξερ.
            -Εντάξει! Αιφνιδιάστηκα! Καλό, καλό το κολπάκι σου!
            Το μείγμα ήταν έτοιμο. Γύρισε στο πλάι για να κλείσει το μίξερ. Ο σβόλος κοπανούσε τα τοιχώματα του κεφαλιού του. Αισθάνθηκε τον εγκέφαλο του να σπάει σε μικροσκοπικά κομματάκια. Δεν μπορούσε να ελέγξει τα χέρια του. Το βάρος του μαχαιριού, λύγισε απότομα τους αγκώνες του και το μαχαίρι καρφώθηκε άτσαλα στο πλευρό της Λίζας, η οποία  έβγαλε μια άναρθρη κραυγή πόνου. Γύρισε απότομα προς το μέρος του και την άκουσε να τον βρίζει (<< Μαλάκα, ε μαλάκα>>>>). Πάντα άκουγε πράγματα που δεν του έλεγαν ποτέ. Η κοπέλα, απλώς σφάδαζε από τον πόνο.
            -Ρε, μαλάκα, την άκουσε να λέει, καθώς το κασετόφωνο στρίγκλιζε  και έπιασε τον ματωμένο ώμο με το δεξί χέρι της. Με το αριστερό της χέρι, ακουμπούσε το μίξερ.
            Έπρεπε να τη βοηθήσει. Από μικρός είχε μάθει να βοηθά όσους πονούν.
            Το ματωμένο μαχαίρι, χάραξε, την σπονδυλική της στήλη και εκείνη γονάτισε στο πάτωμα, παρασέρνοντας το μίξερ επάνω στο χαλί. Το σκεύος άνοιξε και ο φρουτοπολτός χύθηκε επάνω στο κόκκινο χαλί. Ο Χρήστος έσκυψε και της έπιασε το κεφάλι. Πήγε πάλι να τον βρίσει, όμως δεν μπορούσε να το επιτρέψει δεύτερη φορά. Το μαχαίρι γλιστρούσε και έτσι το άφησε να πέσει επάνω στον λευκό, ρυτιδωμένο από το φόβο  λαιμό της. Το αίμα, λίμνασε στο χαλί. Το κεφάλι της λύγισε στο πλάι και έπεσε στο πάτωμα, παρασέρνοντας και το υπόλοιπο κορμί της. Τα  μαλλιά της, ρούφησαν λιωμένο φρούτο.
            Η όραση του ήταν θολωμένη. Είδε τον σβόλο, να πέφτει από το κεφάλι του και να κυλά στο πάτωμα. Τον ακολούθησε, μέχρι που μπήκε κάτω από κάποιο έπιπλο και τον έχασε από τα μάτια του.
            Ο πονοκέφαλος είχε περάσει και ένιωσε τα χέρια του να συσπώνται. Στο ψυγείο, ήταν κολλημένα αυτοκόλλητα χαρτάκια σημειώσεων. Πήρε το στυλό, που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, κοίταξε το αίμα γύρω από το κεφάλι της Λίζας και έγραψε επάνω στο χαρτάκι.
Τα φαντάσματα σε αιφνιδιάζουν ή σε εκπλήσσουν;














ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014


            Ο Χρήστος, πήγε στο δωμάτιο του με τα χέρια του να στάζουν αίμα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και άνοιξε το λάπτοπ, αφήνοντας μικρά κόκκινα σημάδια στην επιφάνεια του. Κοίταξε προς το ταβάνι, στην εσοχή ανάμεσα στην ντουλάπα και την πόρτα και διέκρινε τη μικροσκοπική, σε σχήμα ακουστικού κινητού, κάμερα.
            Αναζήτησε την επιλογή Bluetooth και στη συνέχεια συνέδεσε μέσω της εφαρμογής τον υπολογιστή με την κάμερα. Ένα παράθυρο, άνοιξε και ένα πλήθος αρχείων κατέκλυσε την οθόνη. Η ημερομηνία του πρώτου αρχείου ήταν στις 5 Μαΐου 2014. Ακριβώς ένα μήνα πριν. Αναζήτησε το τελευταίο. Συνδέθηκε στο you tube, πάτησε μεταφόρτωση και περίμενε έως ότου να λάβει το επιβεβαιωτικό μήνυμα, για την επιτυχία της φόρτωσης.
            Μόλις φορτώθηκε το βίντεο του ζήτησε να συμπληρώσει τον τίτλο με τον οποίο επιθυμούσε να εμφανίζεται στον ιστότοπο. Εκείνη τη στιγμή ήταν πού ευτυχισμένος. Η ζωή του είχε πάει ένα βήμα παραπέρα. Πληκτρολόγησε στο πεδίο τη λέξη eytyxismenos και πάτησε ok.
            Η ευτυχία πρέπει να μοιράζεται. Και ήξερε με ποιόν ήθελε να τη μοιραστεί.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι, αφήνοντας το laptop ανοιχτό. Διέσχισε το διάδρομο και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα του σπιτιού. Έριξε μια τελευταία ματιά στην κουζίνα. Η Λίζα ήταν ακόμη εκεί. Για μια στιγμή του φάνηκε πως ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Όμως δεν είχε χρόνο για καθυστέρηση. Η ευτυχία δεν μπορεί να περιμένει.
Κατέβη τρέχοντας τα σκαλιά, αφήνοντας κόκκινες πατημασιές, στο πέρασμα του. Μόλις βγήκε στο δρόμο, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

           




































ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3


5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

Ο Χρήστος, φρέναρε απότομα, μπροστά από τα σκαλιά που οδηγούσαν στην πλατεία της Ζωοδόχου Πηγής στην Δάφνη. Βγήκε από το αυτοκίνητο, αφήνοντας κόκκινα στίγματα στην πόρτα του οδηγού. Το φως της πανσέληνου, πρόβαλε στο πεζοδρόμιο, τη σκιά των ματωμένων χεριών του.
            Στον δρόμο επικρατούσε νεκρική ησυχία. Το δροσερό νυχτερινό αεράκι, θρόιζε τα φύλλα των πανύψηλων πεύκων που περικύκλωναν την πλατεία. Ανέβηκε τα σκαλιά, με σταθερό βηματισμό και η μορφή του Χρήστου χάθηκε στο σκοτάδι. Τα σκαλοπάτια, είχαν σκαλιστεί, ανάμεσα στα δέντρα, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ενός λόφου, μέσα στην πόλη της Δάφνης. Παρόλο, που πορευόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, δεν στραβοπάτησε ούτε μια στιγμή. Είχε βρεθεί πολλές φορές εκεί, με τον ήλιο να λάμπει και είχε ενθουσιαστεί με την πράσινη όαση, που αν και παράταιρη ανάμεσα στις πολυκατοικίες, ήταν τόσο γοητευτική. Αν και δεν έβλεπε τίποτα, ήξερε πως περνούσε δίπλα από μια πηγή με τρεχούμενο νερό και από ένα μαρμάρινο τραπέζι, με παγκάκια ολόγυρα του.
            Τις προηγούμενες φορές που είχε βρεθεί εκεί, βάδιζε με ενθουσιασμό και προσμονή. Η αδελφή του, είχε παντρευτεί και έτσι είχε μετακομίσει από το πατρικό τους σπίτι στου Ζωγράφου στην Δάφνη. Στην αρχή, είχε απογοητευτεί που πλέον δεν θα ζούσαν όλοι μαζί σαν οικογένεια, αλλά βλέποντας την πράσινη βλάστηση είχε καταλάβει γιατί στην αδελφή του άρεσε τόσο πολύ η Δάφνη. Η Ζωγράφου, ήταν μια πολύβουη περιοχή και τα αυτοκίνητα, διέρχονταν επί 24ώρου βάσεως, στον δρόμο έξω από το πατρικό σπίτι τους. Όσες φορές όμως και αν είχε πάει εκεί για να την συναντήσει δεν του άνοιγε ποτέ κανείς. Προφανώς δεν ήταν κανένας την ημέρα στο σπίτι.
            Η αλλαγή της ώρας της επίσκεψης, είχε προκύψει ξαφνικά. Λένε πως τους ανθρώπους, τους συναντάς , όποτε βολεύονται και όποτε μπορούν να ανεχτούν τα λόγια και τα συναισθήματα σου. Ίσως για την οικογένεια της Σωτηρίας, το βράδυ, να ήταν η ιδανικότερη ώρα για επισκέψεις. Σίγουρα, τώρα θα ήταν ευπρόσδεκτος, αφού το κίνητρο για να τους δει δεν ήταν ο ενθουσιασμός, αλλά η οργή και η αγανάκτηση. Η  υπομονή…αυτή τη λέξη την δοκίμαζε για χρόνια, μα τελικά δεν άνοιγε πόρτες, όπως τον συμβούλευαν. Και τις πόρτες που δεν ανοίγουν τις σπας.
            Ανέβηκε και το τελευταίο σκαλοπάτι και βρέθηκε στην πλατεία. Το μοναδικό φως προερχόταν από την Εκκλησία της Ζωοδόχου πηγής, πίσω από μια μαύρη, δίφυλλη πόρτα. Το φως του φεγγαριού, αφανιζόταν στα πυκνά φυλλώματα και έτσι μόνο ο αμυδρός φωτισμός της εκκλησίας, έδινε την απτή αίσθηση του μαρμάρινου πλακόστρωτου.
            Η οργή καθόριζε τα βήματα εκείνη τη νύχτα. Τις προηγούμενες φορές, που ήταν ήρεμος, επέτρεπε στο βλέμμα του να χαθεί στις πυκνές φυλλωσιές, μα τώρα η οργή είχε σαφή στόχο· δεν πλανιόταν στην αβέβαιη ανεμελιά. Τα αποφασιστικά βήματα του αντήχησαν στην άδεια πλατεία, καθώς κατευθυνόταν προς τη σκάλα, που οδηγούσε στο πεζοδρόμιο. Θα μπορούσε να βρισκόταν στο σπίτι της αδελφής του, κάνοντας τον γύρο του λόφου, μα πάντα του άρεσαν τα σκαμπανεβάσματα. Πάνω και κάτω. Σκαλιά που οδηγούσαν πάνω και σκαλιά που οδηγούσαν κάτω.
            Η κατηφορική σκάλα τον οδήγησε και πάλι στην θέα των πολυκατοικιών. Το σπίτι της αδελφής του, ήταν ακριβώς απέναντι. Και πόσο χάρηκε που τελικά είχε δίκιο. Το φως στο παράθυρο της κουζίνας στο σπίτι της αδελφής του, ήταν ανοιχτό. Επιτέλους, θα την έβλεπε. Πάτησε το πόδι του στο πεζοδρόμιο και διέσχισε τρέχοντας το δρόμο. Με τα αιματοβαμμένα χέρια του, έπιασε τα κάγκελα του μπαλκονιού, στο ισόγειο διαμέρισμα. Στη συνέχεια, δίνοντας ώθηση στα πόδια του, πήδηξε στο μπαλκόνι.
            Το φως παρέμενε ανοιχτό.
            Πως δεν είχε καταλάβει τόσα χρόνια ότι η αδελφή του λάτρευε το σκοτάδι;