Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Ο Θανάσης, κοιτούσε με αγωνιώδη περιέργεια, τις σκιές να κινούνται πίσω από το λευκό παραβάν. Τα υπόλοιπα παιδιά, στην πλατεία Βαρνάβα, κάθονταν οκλαδόν στο πάτωμα και κοιτούσαν με έκσταση τις φιγούρες, εστιάζοντας στην δράση και γελώντας με τις ατάκες των φωνών, που ακούγονταν πίσω από το παραβάν. Πολλές φορές, τα  δυνατά γέλια των παιδιών, διέκοπταν την ομαλή ροή της παράστασης και οι καραγκιοζοπαίχτες, περίμεναν, έως ότου επικρατήσει ησυχία στην πλατεία.
            Ο Θανάσης, εκνευριζόταν με όλη αυτή την φασαρία, στην πλατεία. Μπορεί να είχε αναλάβει την υποχρέωση, σαν παιδί της Τετάρτης δημοτικού πλέον, να προσέχει την κατά δύο χρόνια μικρότερη αδελφή του, όμως η παράσταση τον άφηνε απελπιστικά, αδιάφορο.
            Είχε περάσει μόλις μισή ώρα, από την στιγμή, που έφτασαν στην πλατεία με την αδελφή του και το μυαλό του, βρισκόταν ακόμη στην σχολική τάξη και στα λόγια της δασκάλας. Το πρωί, η δασκάλα είχε δώσει τους ελέγχους στους συμμαθητές του και προτού αποχωρήσουν από την αίθουσα και τους ευχηθεί καλό καλοκαίρι, είχε εκφράσει έναν λόγο, που χαρακτηριζόταν από έντονη σοφία ζωής.
            Η ζωή μας είναι ένας αριθμός ημερών. Ημέρες που είναι όμορφες και δυσάρεστες, γιορτινές και λυπητερές. Οι άνθρωποι, μέχρι και το θάνατο τους, ελπίζουν για το καλύτερο, αντιμετωπίζοντας συχνά το χειρότερο. Πάντα όμως, υπάρχει μέσα τους μια δύναμη που τους κάνει να αντέχουν. Μία δύναμη, που τους κάνει να πιστεύουν πως η ζωή δεν τελειώνει και πως πάντα θα υπάρχει ελπίδα. Η δύναμη αυτή είναι καλό να υπάρχει, όμως πολλές φορές οι άνθρωποι νιώθουν τόσο δύναμη, που νομίζουν ότι είναι αθάνατοι και αλώβητοι, παρά τα όσα συμβαίνουν κάθε μέρα. Ξεχνούν, πως όσα ζουν, είναι ένας αριθμός ημερών και ότι στο τέλος κάθε ημέρας, κάθε προσωπική κατάκτηση, κάθε λαμπρό επίτευγμα, είναι ακόμη ένα λιθαράκι προς το τέλος, προς το θάνατο. Η αιωνιότητα είναι ένα παιχνίδι, δεν υπάρχει. Ο θάνατος, όσο φρικτός και είναι, υπάρχει, τον βλέπουμε όλοι, παντού, πάντα. Το μόνο αιώνιο είναι η πέτρα. Θα πιστέψετε στο πετρωμένο; Ζήστε λοιπόν την ζωή σας, τώρα που είστε μικροί, γιατί αύριο, τι θα είστε; Ζήστε τις μικρές αυτές, μετρημένες ημέρες και εστιάστε στην ουσία. Όχι σε αυτό που φαίνεται, αλλά σε αυτό που βρίσκετε πίσω από αυτό που φαίνεται, στις σκιές. Αναζητήστε το υλικό τους, από τι είναι φτιαγμένο το σκοτάδι τους, σταματήστε να αναζητάτε τον εαυτό σας στο φθαρτό. Βρείτε φως στην κατάκτηση των σκιών.
            Καλό καλοκαίρι!
            Ο Θανάσης, λάτρευε το σχολείο. Αγαπούσε τη δασκάλα του. Στο τέλος εκείνης της σχολικής ημέρας, οι συμμαθητές του, απορούσαν με την ομιλία της,. που ισορροπούσε μεταξύ σοφίας και άγνοιας. Όσο η δασκάλα του μιλούσε και το βλέμμα της ταξίδευε στο περιεχόμενο των ακατάληπτων λόγων της, εκείνος παρατηρούσε τους συμμαθητές του να γελούν και να σχηματίζουν μορφασμούς κοροϊδίας, με τα χείλη τους. Σχημάτισε και εκείνος, μια κοροϊδευτική γκριμάτσα. Τα λόγια της δασκάλας του, του άρεσαν πάρα πολύ και του προκαλούσαν σκέψεις και προβληματισμούς, για την ύπαρξη του, όμως για κάποιον ανερμήνευτο λόγο, έπρεπε να είναι μέρος της μάζας. Του άρεσε να είναι μέρος της μάζας, επιφανειακά, κατά την επικοινωνία τους με τους άλλους. Οι ενδόμυχες σκέψεις του, όμως περιλάμβαναν κατάκριση και κατακραυγή.
            Τα παιδιά, που παρακολουθούσαν την παράσταση, κάτω από τον νυχτερινό ουρανό της Αθήνας, γελούσαν και θα μπορούσαν να ήταν και συμμαθητές του. Άλλωστε, όλοι παιδιά, είναι σκέφτηκε. Γέλασε και εκείνος, δύο φορές, για να δείξει ότι είναι μέρος του συνόλου. Δεν ήθελε να τον διώξει, ο υπεύθυνος της παράστασης, κατηγορώντας τον για αμέλεια διασκέδασης. Πίσω όμως από τα μετρημένα γέλια, η πραγματικότητα, ήταν άλλη.
            Δεν είχε ακούσει ούτε μια φράση από την παράσταση. Ούτε μια λέξη από εκείνα τα κοροϊδευτικά κακαρίσματα, που προβάλλονταν στο παραβάν σαν λόγια. Μόνο η φράση της δασκάλας του, είχε αποτυπωθεί στο νου του.
            Εστιάστε στην ουσία. Όχι σε αυτό που φαίνεται, αλλά  σε αυτό που βρίσκετε πίσω από τις σκιές.
            Η φράση ήταν αποτυπωμένη στο νου του, ακόμη και την στιγμή, που η αλλόκοτη φωνή του καραγκιοζοπαίχτη, ανακοίνωσε   το διάλειμμα της παράστασης.
            Η αδελφή του συνομιλούσε με κάτι άγνωστα παιδιά και αυτό τον ενόχλησε αρκετά, αλλά προτίμησε να μην μιλήσει. Ακόμη και αν έπρεπε, ακόμη και αν το ήθελε, δεν ήταν απαραίτητο να είναι πάντα μέρος της μάζας. Η ουσία σκέφτηκε, ποια είναι:
            Σηκώθηκε από το ζεστό, από τα χνώτα των παιδικών σωμάτων, πεζοδρόμιο και προσπάθησε να απεγκλωβιστεί, από μερικά  ακόμη αποχαυνωμένα, από τις κινήσεις των μαριονετών, παιδιά. Ανυπομονούσε να πάει πίσω από το παραβάν, για να βρει την ουσία. Να δει ποιος ρύθμιζε τις κινήσεις των σκιωδών  μαριονετών και να ανακαλύψει το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένες .Την στιγμή, που δρασκέλιζε τα πόδια μιας ψηλής, συνομήλικης του κοπέλας, που θα μπορούσε να ήταν και συμμαθήτρια του- δεν ήταν, αλλά είχε μάθει από τη ζωή, πως κάθε εξέλιξη και παρεκτροπή του κόσμου αυτού, θα εστίαζε στο θα μπορούσε- τον πλησίασε ένας κοντός κύριος, με υποτονικά γένια και του έτεινε προς το μέρος του, έναν δίσκο, γεμάτο πλαστικά ποτήρια με αναψυκτικό. Με ένα αμήχανο, αφηρημένο χαμόγελο, διάλεξε μία sprite, επειδή του άρεσε η αίσθηση των φυσαλίδων που σκάνε στο στόμα.
            Η κοπέλα, που ίσως να ήταν και συμμαθήτρια του, αν έκρινε από το επίμονο βλέμμα της, τον κοίταζε ελαφρώς ενοχλημένη, καθώς έπινε αχόρταγα την sprite του και τις πατούσε ελαφρώς τα νύχια των ποδιών. Τέλειωσε γρήγορα το αναψυκτικό του και απομακρύνθηκε, αγνοώντας τις ενοχλητικές, παιδικές διαμαρτυρίες της.
            Η φασαρία, που έκαναν τα παιδιά ήταν ακόμη πιο έντονη τώρα. Προσπαθούσαν να αρπάξουν ποτήρια με αναψυκτικό, ενώ ο σερβιτόρος ύψωνε τον δίσκο με το χέρι του για να μην μπορούν να τον αγγίξουν και του πέσει. Ο Θανάσης, αισθάνθηκε πως θα ζαλιζόταν αν ήταν στην θέση του σερβιτόρου, όμως ο κύριος αυτός, φαινόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση και σιγουριά.
            Εστίασε ξανά το βλέμμα του στο παραβάν. Καθώς κατευθυνόταν προς τα εκεί, τα φώτα έσβησαν, κάτι που σήμαινε αρκετή ακόμα καθυστέρηση και ακουστήκαν διαμαρτυρίες από το κοινό. Ο Θανάσης, χάρηκε για το σκοτάδι, αφού αυτό σήμαινε πως θα είχε περισσότερο χρόνο να συνομιλήσει με τον υπεύθυνο αυτής της παράστασης,
            Πίσω από το παραβάν, σε μία ξύλινη καρέκλα, καθόταν ένας  εβδομηνταπεντάχρονος, ηλικιωμένος άνδρας. Φορούσε μπλε, μακρυμάνικο πουκάμισο, σκούρο παντελόνι, ξεφτισμένο γύρω από τον αστράγαλο και μαύρες σαγιονάρες. Τα πόδια της καρέκλας, έτριξαν δυνατά, μόλις είδε τον Θανάση να εισβάλει στα παρασκήνια. Ο Θανάσης, τρόμαξε βλέποντας στο φως τον προβολέων, που επισκίαζε το φως της πανσέληνου, το γερασμένο, ρυτιδωμένο, σχεδόν θυμωμένο πρόσωπο. Ίσως να είχε ερμηνεύσει, λάθος την ουσία, για την οποία τους είχε μιλήσει η δασκάλα, εκείνο το πρωί.
            Χωρίς να χαιρετήσει τον ηλικιωμένο και με εμφανή ταραχή, ετοιμάστηκε να απομακρυνθεί και να επιστρέψει στην αδελφή του, όταν μια υπερβολικά, ζεστή και οικεία φωνή τον κάλεσε να πλησιάσει. Ο ηλικιωμένος, του έγνεψε με το χέρι να πλησιάσει και παρότρυνε το παιδί, να μην φοβάται. Ο Θανάσης, δεν αντιστάθηκε στην περιέργεια του και ξεπερνώντας τον δισταγμό, πλησίασε κοντά του.
            Ο γέρος, ψαχούλευε, σε έναν αθέατο για τον Θανάση χώρο, πίσω από την καρέκλα και σφύριζε έναν χαρούμενο σκοπό. Όταν τελικά, γύρισε και τον κοίταξε ο Θανάσης, παρατήρησε πως δεν ήταν θυμωμένος, αλλά χαρούμενος. Συχνά νόμιζε πως οι άνθρωποι ήταν θυμωμένοι μαζί του και ήταν αρκετά δύσκολο να ξεπεράσει αυτήν ψευδαίσθηση του νου του.
            -Ακόμη ένα από τα χιλιάδες, περίεργα παιδιά, που θέλουν να αποκαλύψουν τα μυστικά μου στο κοινό!, είπε ο ηλικιωμένος, κλείνοντας του πονηρά το μάτι.
            -Όχι, όχι έσπευσε να διαμαρτυρηθεί, ο Θανάσης. Δεν είμαι μικρός. Ξέρω πως εσείς κινείτε τις μαριονέτες. Και ότι δεν περπατούν μόνες τους!
            - Τότε, γιατί ήρθες εδώ; απάντησε ο ηλικιωμένος, με προσποιητό εκνευρισμό, έτοιμο να ξεσπάσει σε γέλια.
            Ο Θανάσης αποφάσισε να ειλικρινής.
            -Για να ανακαλύψω την ουσία. Την αλήθεια.
            Ο ηλικιωμένος, γούρλωσε ελαφρά τα μάτια. Τα παιδιά σήμερα, είναι πολύ έξυπνα σκέφτηκε. Ήξερε από τα εγγόνια του, πως σύντομα τα παιδιά, θα προτιμούσαν τους υπολογιστές, θα παρατούσαν τις υπαίθριες παραστάσεις του καραγκιόζη. Και αν ήταν τόσο έξυπνα, ίσως και δικαιολογημένα.
            Αυτή εδώ η μαριονέτα, είπε και σήκωσε μια σκονισμένη φιγούρα, ενός από τα παιδιά του Καραγκιόζη, τέλειωσε τις εμφανίσεις της σήμερα και για πάντα. Είναι πολύ μικρή η διαφορά, από το σήμερα και το πάντα, σχολίασε, κοιτώντας κατάματα τον Θανάση. Σήμερα, σταματώ τις παραστάσεις, μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια. Και…,η φωνή του δίστασε προς στιγμήν, σου χαρίζω αυτή εδώ τη μαριονέτα. Όταν μεγαλώσεις, να θυμάσαι πως αυτή στη χάρισε ένας παππούς που έπαιζε με καραγκιόζηδες, είπε και πέταξε την φιγούρα προς το μέρος του.
            Ο Θανάσης, την έπιασε λίγο πριν πέσει κάτω και αισθάνθηκε την μυτερή μύτη του μικρού καραγκιόζη, να του γαργαλάει το δέρμα του χεριού του. Την σήκωσε όρθια, κρατώντας την από μια αιχμηρή, σιδερένια προεξοχή, που κατέληγε στο κεφάλι της φιγούρας. Πέρασε τα δάχτυλα του, γύρω από τον γάντζο και άφησε την φιγούρα να χοροπηδήσει στον αέρα. Αυθόρμητα, άφησε τον εαυτό του να γελάσει, σταμάτησε όμως όταν είδε ένα δάκρυ, να κυλά από τα ρυτιδιασμένα μάτια του καραγκιοζοπαίχτη.
            -Να θυμάσαι, πως η ουσία είναι στην περιπλάνηση. Όχι, στην περιπλάνηση που έκανα τόσα χρόνια εγώ στις πόλεις με τις φιγούρες μου, αλλά στην περιπλάνηση της ζωής. Να ζεις χωρίς δισταγμό σε καθετί και να ζεις, την κάθε ημέρα σαν να είναι τελευταία. Αυτή είναι η αλήθεια. Αυτή η ζωή υποκρίνεται, είναι ένας ρόλος και κάθε μέρα εκπλήσσει εμάς τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι, είμαστε οι  μαριονέτες της ζωής, είμαστε ρόλοι, μέσα σε ένα ρόλο. Να ανταποκριθείς στον ρόλο μου με επιτυχία. Είναι πολύ εύκολο να αποτύχεις, αλλά να μην τον κάνεις. Βασίσου στις δυνάμεις σου και παίξε σωστά. Να δέχεσαι τον εαυτό σου ως ρόλο, να αντιμετωπίσεις τους άλλους ως ρόλους και όπως κάθε κριτικός να τους κρίνεις και να τους κατακρίνεις. Όλους τους ρόλους και τον δικό σου.
            Ο ηλικιωμένος, με αυτά τα λόγια, έστρεψε το βλέμμα του στο παραβάν και το χάιδεψε, δημιουργώντας πτυχές στο λευκό ύφασμα με τα δάχτυλα του. Στη συνέχεια, άναψε το φως και επικράτησε πανικός από παιδικές φωνές.
            Η αγάπη των ανθρώπων για τα είδωλα, ψέλλισε ηλικιωμένος.
            Ο Θανάσης, που κρατούσε ακόμη την μαριονέτα από τον γάντζο, κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει. Η παράσταση, σύντομα θα ξεκινούσε και πάλι. Τον ενδιέφερε να δει τη συνέχεια. Μόλις βγήκε, από το παραβάν, κρατώντας την φιγούρα, τον πλησίασε τρέχοντας η μικρή του αδελφή και άρχισε να ταρακουνάει με λύσσα την μαριονέττα.
            -Που το βρήκες, αυτό το έκλεψες;, άρχισε να φωνάζει, υστερικά.
            Οι άνθρωποι είναι ρόλοι, σκέφτηκε. Και ποια είναι  η ουσία, αν όλοι είμαστε ρόλοι και υποκρινόμαστε;;; Μάλλον δεν υπήρχε ουσία και η αδελφή του, ήταν ένας ακόμη ρόλος. Ο πιο εκνευριστικός ρόλος, που υπήρχε στην ζωή του.
            -Μην την αγγίζεις, της είπε αυστηρά.
            Η μικρή κλαψούρισε λίγο και στη συνέχεια του είπε πως ήθελε να πάει τουαλέτα. Ο Θανάσης, είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Ήταν η τελευταία φορά, που συνόδευε την μικρή του αδελφή σε οποιαδήποτε ανόητη, παιδική γιορτή.
            Εκείνη την στιγμή, πέρασε από μπροστά, ο σερβιτόρος, με τον άδειο πλέον δίσκο του, να τον κρατά στο ύψος του προσώπου του. Ο Θανάσης τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα. Ο σερβιτόρος του χαμογέλασε και είπε στα παιδιά να τον ακολουθήσουν. Ο Θανάσης και η αδελφή του, ακολούθησαν τον σερβιτόρο, ο οποίος φρόντισε για την ασφάλεια τους, ελέγχοντας την κυκλοφορία στον δρόμο. Μόλις μπήκαν στο μαγαζί, ο σερβιτόρος τους υπέδειξε την τουαλέτα και ο Θανάσης, έσπρωξε νευριασμένος την αδελφή του προς τα εκεί. Έριξε μια νευρική ματιά, απέναντι στην πλατεία. Ήθελε να δει το τέλος της  τελευταίας παράστασης, και απόρησε με την ακατανίκητη αυτή παρόρμηση.
            Καθώς περίμενε την αδελφή του να τελειώσει από την τουαλέτα, κοιτούσε τις εσοχές του γαλάζιου τοίχου. Ήταν μια συνήθεια που είχε, όταν βρισκόταν σε μέρη βαρετά. Η αδελφή του γκρίνιαζε με ακατανόητα λόγια  στην τουαλέτα, εκείνος όμως την αγνόησε. Παρατηρούσε επίμονα τον τοίχο και τελικά κατάφερε να εντοπίσει ψηλά στο ταβάνι, μερικά, μικροσκοπικά, μαύρα έντομα. Φύσηξε δυνατά, μα τα έντομα ήταν πολύ ψηλά και δεν αντιλήφθηκαν καν ότι φυσούσε.
            Είχε αρχίσει να βαριέται και το χειρότερο, ήταν ότι δεν θα προλάβαινε την παράσταση. Πήρε την μαριονέτα , την έπιασε από το γάντζο και άρχισε να την κουνά δυνατά, γελώντας, καθώς έβλεπε το είδωλο της στον καθρέφτη. Συνειδητοποίησε, πως τελικά, ήταν υπέροχο το θέατρο σκιών, αρκεί να μην έβλεπες τις σκιές, αλλά τις φιγούρες, τη ζωντάνια των χρωμάτων και της μορφής τους. Αυτή η μανία των ανθρώπων με τους ρόλους και τα είδωλα. Κοιτώντας την φιγούρα στον καθρέφτη, ήξερε μέσα του τι επάγγελμα, ήθελε να κάνει: Καραγκιοζοπαίχτης. Αλλά χωρίς σκιές.
            Η αδελφή του συνέχιζε να γκρινιάζει.
            -Δεν μπορώ να σκουπιστώ.
Ο Θανάσης, αισθάνθηκε να νευριάζει. Δεν μπορούσε άλλο πια να αντέξει, να έχει την ευθύνη της γκρινιάρας αδελφής του. Οι γονείς του, πήγαιναν στις δουλειές τους, ξεκουράζονταν και εκείνος, είχε την ευθύνη να την διαβάζει, να την πηγαίνει σχολείο, να την πηγαίνει στις κούνιες. Δεν άντεχε άλλο. Απελευθέρωσε τα δάχτυλα του από το γάντζο και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
            Το πρόσωπο της αδελφής του, ήταν κοκκινισμένο, από την ακατάπαυτη γκρίνια. Καθόταν μετά βίας, πάνω στο χείλος της λεκάνης, αφού ήταν μικροσκοπική και το κορμί της γλιστρούσε στο εσωτερικό της λεκάνης. Μία δυσωδία, από ούρα και κόπρανα, αναδυόταν στον αέρα.
            Η αδελφή του, προσπάθησε να σηκωθεί για να την σκουπίσει, όμως εκείνος την έσπρωξε πίσω στην θέση της. Εκνευρισμένος, με τα χέρια του να τρέμουν,  έσφιξε την μαριονέτα στα χέρια του και έσφιξε τον γάντζο γύρω από τον λαιμό της αδελφής του, η οποία στρίγκλισε, μα η κραυγή της πνίγηκε, μόλις ο αδελφός της αύξησε την πίεση. Ο λαιμός της πήρε μια εξωτική μοβ απόχρωση, καθώς προσπαθούσε μάταια να ανασάνει από το στόμα. Με μια έκφραση παιδικής απόγνωσης στα μάτια της, μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και ο Θανάσης, απομάκρινε τον γάντζο, από το λαιμό της. Στη συνέχεια, έσπρωξε το άψυχο κορμί της αδελφής του, μέσα στη λεκάνη. Το κεφάλι της, βούτηξε στο κιτρινωπά ούρα, με έναν δυνατό παφλασμό και τα πόδια της έμειναν να αιωρούνται στον αέρα.
            Ο Θανάσης, βγήκε έξω, έκλεισε την πόρτα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στην αδελφή του. Κοίταξε για άλλη μια φορά, το ταβάνι και διέκρινε τα έντομα και πάλι στην ίδια θέση. Φύσηξε δυνατά και του φάνηκε, πως είδε τα φτερά τους να κουνιούνται. Στη συνέχεια, στράφηκε προς τον καθρέφτη και πιάνοντας την μαριονέτα από το γάντζο, την άφησε να χορέψει για λίγο.
            Στην τουαλέτα, επικρατούσε, μια αμήχανη σιωπή. Γιατί αργούσε η αδελφή, του, αναρωτήθηκε; Ανήσυχος, άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και αντίκρισε ένα φρικτό θέαμα. Η αδελφή του, είχε γλιστρήσει μέσα στην λεκάνη και μόνο τα πόδια της εξείχαν στον αέρα. Το μόνο που πρόλαβε να δει πριν  αρχίσει ουρλιάζει, ήταν ένα μοβ σημάδι στον λαιμό της.
            Ήταν πραγματικά σπουδαίο να παίζεις ρόλους. Ακόμη και αν στην αδελφή του, είχε ανατεθεί ο χειρότερος.
            Η μαριονέτα του έπεσε στο πάτωμα, την ώρα που ο σερβιτόρος, έμπαινε πανικόβλητος στην τουαλέτα.